Γνωστοποίηση των υπόχρεων υποβολής της Δήλωσης Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου για τους κανόνες του Πυλώνα ΙΙ (Pillar II)

Γράφει ο Γιάννης Γιαννόπουλος, Επικεφαλής Φορολογικών Υπηρεσιών, ΣΟΛ Crowe Συμβουλευτική και η Ασπασία Μαλιάγκα, Senior Manager, Tax Advisory Services, ΣΟΛ Crowe Συμβουλευτική.

Δημοσιεύθηκε  πρόσφατα  (στις 12 Μαρτίου 2026) η Απόφαση Α. 1055/2026 (ΦΕΚ Β’ 1367) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων («ΑΑΔΕ»), με την οποία καθορίστηκαν ο τύπος και το περιεχόμενο της γνωστοποίησης των ελληνικών συνιστωσών οντοτήτων στο πλαίσιο των κανόνων του Πυλώνα ΙΙ (Pillar II).

Συγκεκριμένα:

  1. Πεδίο Εφαρμογής-Υπόχρεοι

     Η εν λόγω Απόφαση ορίζει ότι ελληνικές συνιστώσες οντότητες που ανήκουν σε Ομίλους Πολυεθνικών Επιχειρήσεων ( στο εξής«ΠΕ») που εμπίπτουν στους κανόνες του Πυλώνα ΙΙ οφείλουν να υποβάλουν γνωστοποίηση στην ΑΑΔΕ. Υπενθυμίζεται ότι οι κανόνες εφαρμόζονται σε όλους τους πολυεθνικούς ομίλους και τους μεγάλους εγχώριους ομίλους με ετήσιο παγκόσμιο ενοποιημένο κύκλο εργασιών άνω των 750 εκατ. ευρώ για τουλάχιστον δύο από τα τέσσερα τελευταία φορολογικά έτη.

     Ειδικότερα με την εν λόγω γνωστοποίηση θα δηλώνονται, μεταξύ άλλων, στοιχεία για την τελική μητρική οντότητα του Ομίλου ΠΕ που θα υποβάλει τη Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου (GIR) στη χώρα κατοικίας της. Σε περίπτωση που η τελική μητρική οντότητα δεν υποβάλει τη Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου, θα πρέπει να γνωστοποιηθούν τα στοιχεία της οντότητας του Ομίλου ΠΕ, η οποία θα αναλάβει τη σχετική υποχρέωση.

    Η προθεσμία της γνωστοποίησης για το πρώτο έτος ορίζεται στους δεκαοκτώ (18) μήνες από το τέλος του πρώτου έτους για το οποίο υπάρχει υποχρέωση υποβολής Δήλωσης Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου. Επομένως, οι Όμιλοι ΠΕ με οικονομικό έτος που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2024, θα πρέπει να υποβάλουν τη γνωστοποίηση μέχρι και τις 30 Ιουνίου 2026 μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής στην ψηφιακή πύλη «myAADE».

    2. Κυρώσεις

      Όπως ορίζεται ρητά από τις διατάξεις , σε περίπτωση παράλειψης υποβολής ή εκπρόθεσμης υποβολής της ως άνω γνωστοποίησης εφαρμόζονται οι κυρώσεις για παράλειψη ή εκπρόθεσμη υποβολή των φορολογικών δηλώσεων, όπως αυτές προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 53 του ΚΦΔ (Νόμος 5104/2024).

      Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι σχετικές πληροφορίες θα πρέπει να συμπεριληφθούν και στο Έντυπο Ε3 του φορολογικού έτους 2025 από τις ελληνικές οντότητες που ανήκουν σε Ομίλους ΠΕ που εμπίπτουν στους κανόνες του Πυλώνα ΙΙ.

      3. Επόμενα Βήματα για τις  Υπόχρεες επιχειρήσεις

        Τέλος, υπενθυμίζεται ότι αναμένονται αντίστοιχες αποφάσεις της ΑΑΔΕ για τα παρακάτω: A)για τoν Τύπο και το Περιεχόμενο της Δήλωσης Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου, B) της Δήλωσης Συμπληρωματικού Φόρου, καθώς και Γ) η Υπουργική Απόφαση για την εφαρμογή των προσωρινών ασφαλών λιμένων. Επιπλέον, εκκρεμεί η ενσωμάτωση της Οδηγίας DAC9 στην ελληνική έννομη τάξη, καθώς και η κύρωση της Πολυμερούς Συνθήκης του ΟΟΣΑ για την ανταλλαγή των Δηλώσεων Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου.

        Οι ελληνικές οντότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του Πυλώνα ΙΙ οφείλουν να προβούν στην έγκαιρη εκπλήρωση όλων των δηλωτικών υποχρεώσεων τους έχοντας υπόψη ότι οι σχετικοί κανόνες , όπως έχουν ενσωματωθεί στις διάφορες  αλλοδαπές δικαιοδοσίες, έχουν ως καταληκτική προθεσμία την 30η Ιουνίου 2026.

        Συνιστάται δε λόγω της αυξημένης πολυπλοκότητας του νέου καθεστώτος και των προβλεπόμενων κυρώσεων σε περίπτωση εκπρόθεσμης ή μη υποβολής,  η άμεση ενημέρωση για την προετοιμασία των Ομίλων ΠΕ ενόψει των νέων υποχρεώσεων προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης και έγκαιρη συμμόρφωσης τους.

        Επενδύσεις Νέας Γενιάς, AI και η νέα εποχή σε Λογιστική και Χρηματοοικονομική

        Γράφει ο Ιωάννης Σαβάδης, Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής, Μέτοχος, ΣΟΛ Crowe

        Η Τεχνητή Νοημοσύνη και οι επενδύσεις νέας γενιάς, αποτελούν πλέον βασικούς μοχλούς μετασχηματισμού της κάθε επιχειρηματικής δραστηριότητας, επηρεάζοντας σε βάθος τόσο τη λειτουργία όσο και τη στρατηγική των οργανισμών. Στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης βρίσκονται ο χρηματοοικονομικός τομέας και η λογιστική, κλάδοι που καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον ταχύτατης τεχνολογικής εξέλιξης, αυτοματοποίησης και ανάλυσης δεδομένων.

        Οι επενδύσεις νέας γενιάς —όπως οι επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές, data analytics, cloud τεχνολογίες και εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης— μπορούν να συμβάλλουν καθοριστικά στην ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Για τις επιχειρήσεις, η αξιοποίηση αυτών των τεχνολογιών δεν αποτελεί απλώς τεχνολογική αναβάθμιση, αλλά στρατηγική επιλογή που δημιουργεί προστιθέμενη αξία και ενισχύει τη βιώσιμη ανάπτυξη.

        Παρότι το ενδιαφέρον για την τεχνητή νοημοσύνη αυξάνεται διαρκώς, πολλές ελληνικές επιχειρήσεις παραμένουν διστακτικές στην υιοθέτησή της. Οι λόγοι εντοπίζονται κυρίως στο κόστος επένδυσης, στην έλλειψη εξειδικευμένων δεξιοτήτων, αλλά και στον φόβο για τις επιπτώσεις στο ανθρώπινο δυναμικό. Η Τεχνητή Νοημοσύνη συχνά εκλαμβάνεται ως απειλή και όχι ως εργαλείο υποστήριξης, γεγονός που επιβραδύνει τη μετάβαση.

        Στον χρηματοοικονομικό τομέα, οι νέες τεχνολογίες μετασχηματίζουν ριζικά τον τρόπο λήψης αποφάσεων. Η ανάλυση μεγάλου όγκου δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, τα predictive models και τα αυτοματοποιημένα συστήματα ελέγχου κινδύνου, επιτρέπουν ακριβέστερες προβλέψεις και καλύτερη αξιολόγηση επενδυτικών επιλογών. Παράλληλα, οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και υλοποιούνται οι επενδύσεις, καθιστώντας την τεχνολογία βασικό παράγοντα στις στρατηγικές αποφάσεις.

        Η λογιστική, από την πλευρά της, εισέρχεται σε μια νέα εποχή μέσα από εργαλεία όπως το automated reporting, η συνεχής ελεγκτική (continuous auditing), τα ERP συστήματα με ενσωματωμένη AI και οι πλατφόρμες προηγμένης ανάλυσης. Τα εργαλεία αυτά δεν αντικαθιστούν τον επαγγελματία λογιστή, αλλά τον ενισχύουν, απελευθερώνοντάς τον από επαναλαμβανόμενες εργασίες και επιτρέποντάς του να επικεντρωθεί σε ρόλους υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

        Η μεγαλύτερη πρόκληση, ωστόσο, για τις επιχειρήσεις δεν είναι τεχνολογική αλλά οργανωσιακή. Η επιτυχής μετάβαση προϋποθέτει τη στήριξη του ανθρώπινου δυναμικού και τη διαχείριση της αλλαγής με ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Η σαφής επικοινωνία του οράματος, η ανάδειξη της συμπληρωματικότητας ανθρώπου και τεχνολογίας, καθώς και η επένδυση στη συνεχή εκπαίδευση και ανάπτυξη δεξιοτήτων, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες επιτυχίας. Παράλληλα, η ηγεσία καλείται να λειτουργήσει ως πρότυπο, ενθαρρύνοντας την καινοτομία και την αποδοχή της αλλαγής.

        Συμπερασματικά, η Τεχνητή Νοημοσύνη και οι επενδύσεις νέας γενιάς μπορούν να αποτελέσουν μοχλό βιώσιμης ανάπτυξης για τις επιχειρήσεις και την οικονομία, υπό την προϋπόθεση ότι θα ενταχθούν σε ένα πλαίσιο στρατηγικού σχεδιασμού που θέτει τον άνθρωπο στο επίκεντρο. Σε αυτή τη νέα εποχή, η συνεργασία ανθρώπου και τεχνολογίας είναι το κλειδί για τη δημιουργία διαρκούς αξίας.